Overthinking: Από την ψευδαίσθηση ελέγχου στην εμπιστοσύνη
Υπάρχει μια λεπτή, αλλά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στο «σκεφτόμαστε» και στο «παγιδευόμαστε στις σκέψεις μας». Το πρώτο είναι μια φυσική λειτουργία του νου, κάτι που μας βοηθά να επεξεργαζόμαστε, να αποφασίζουμε και να κατανοούμε τον κόσμο γύρω μας. Το δεύτερο όμως είναι μια κατάσταση όπου η σκέψη παύει να υπηρετεί τη λύση και αρχίζει να ανακυκλώνεται γύρω από τον εαυτό της. Στο overthinking δεν σκεφτόμαστε απλώς περισσότερο· εγκλωβιζόμαστε σε έναν κύκλο σκέψης που επαναλαμβάνει τα ίδια σενάρια, προσπαθώντας να αποκτήσει το αίσθημα του ελέγχου. Ωστόσο, όσο περισσότερο προσπαθούμε να «βρούμε άκρη» μέσα από ακόμη περισσότερη ανάλυση, τόσο περισσότερο χάνουμε την αίσθηση κατεύθυνσης και την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας.
Η ψευδαίσθηση του ελέγχου
Το overthinking δεν είναι κυρίως θέμα λογικής· είναι θέμα ασφάλειας. Συχνά πιστεύουμε ότι προκύπτει επειδή «σκεφτόμαστε πολύ», όμως στην πραγματικότητα ενεργοποιείται όταν μέσα μας υπάρχει έντονη συναισθηματική φόρτιση που δεν μπορούμε εύκολα να επεξεργαστούμε. Τότε ο νους αναλαμβάνει έναν ρόλο προστασίας: αρχίζει να δημιουργεί σενάρια, να αναλύει συμπεριφορές, να προσπαθεί να προβλέψει καταστάσεις, σαν να μπορεί έτσι να μειώσει την αβεβαιότητα και να μας κάνει να νιώσουμε πιο ασφαλείς. Με αυτή την έννοια, το overthinking δεν είναι απλώς μια «υπερβολική σκέψη». Είναι ένας συναισθηματικός μηχανισμός που ενεργοποιείται όταν δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε τον φόβο της απόρριψης, την ανάγκη για επιβεβαίωση, την ανασφάλεια ή την απλή δυσκολία να αντέξουμε το άγνωστο. Η σκέψη τότε δεν λειτουργεί καθαρά γνωστικά· μετατρέπεται σε έναν τρόπο να διατηρήσουμε τον έλεγχο σε κάτι που μέσα μας μοιάζει απειλητικό ή αβέβαιο.
Δεν βιώνουμε όλοι το overthinking με τον ίδιο τρόπο, ούτε το ενεργοποιούμε για τους ίδιους λόγους. Συχνά είναι πιο έντονο σε ανθρώπους που έχουν μάθει να αναζητούν εξωτερική έγκριση, που δυσκολεύονται να αποδεχτούν το λάθος, που έχουν υψηλή αυτοκριτική ή μια τάση τελειομανίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σκέψη γίνεται ένας εσωτερικός μηχανισμός ελέγχου: προσπαθεί να προλάβει το λάθος πριν συμβεί και να εξασφαλίσει μια αίσθηση ασφάλειας μέσα από την υπερανάλυση.
Από την υπερανάλυση στην εμπιστοσύνη
Το overthinking δεν ξεκινά από τις ίδιες τις σκέψεις, αλλά από τον τρόπο που σχετιζόμαστε μαζί τους. Όταν ταυτιζόμαστε πλήρως με αυτό που περνά από το μυαλό μας, κάθε σκέψη γίνεται πραγματικότητα μέσα μας και αποκτά ένταση που μας παρασύρει. Αν όμως κάνουμε ένα μικρό βήμα πίσω και τη δούμε όπως είναι —μια σκέψη και όχι γεγονός— τότε αρχίζει να δημιουργείται χώρος. Συχνά αυτό που μας κρατά στην υπερανάλυση είναι η ανάγκη για βεβαιότητα. Θέλουμε να ξέρουμε από πριν τι θα γίνει, να έχουμε έλεγχο, να μειώσουμε την πιθανότητα λάθους. Όμως όσο προσπαθούμε να εξαλείψουμε την αβεβαιότητα, τόσο περισσότερο μένουμε μέσα της. Η ηρεμία δεν έρχεται όταν τα ξέρουμε όλα εκ των προτέρων, αλλά όταν αρχίζουμε να αντέχουμε ότι δεν τα ξέρουμε — και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουμε. Την ίδια στιγμή, το μυαλό μας μπορεί να τρέχει πολύ πιο γρήγορα από εμάς. Και τότε χάνουμε την επαφή με το σώμα μας. Αν όμως επιστρέψουμε εκεί —στην αναπνοή, σε μια απλή αίσθηση, σε μια κίνηση— αρχίζουμε να γειωνόμαστε. Δεν εξαφανίζουμε τις σκέψεις, αλλά τις αποδυναμώνουμε, γιατί δεν βρίσκονται πια στο επίκεντρο της προσοχής μας. Κάπου εδώ μπαίνει και η δράση. Όσο περιμένουμε να σκεφτούμε τα πάντα τέλεια, τόσο μένουμε στάσιμοι. Η κινητοποίηση όμως, ακόμα κι αν δεν είναι πλήρως σίγουρη ή ολοκληρωμένη, σπάει τον κύκλο. Δεν χρειάζεται να κάνουμε το σωστό απόλυτα· χρειάζεται να κάνουμε κάτι αρκετά καλό για να προχωρήσουμε. Στον πυρήνα όλων αυτών βρίσκεται η εμπιστοσύνη μας. Εμπιστοσύνη ότι δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις για να τα καταφέρουμε. Ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό που έρχεται, ακόμη κι αν δεν το έχουμε προβλέψει. Και αυτή η εμπιστοσύνη δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Τη χτίζουμε κάθε φορά που αφήνουμε μια σκέψη να περάσει χωρίς να την κυνηγήσουμε, κάθε φορά που αποφασίζουμε χωρίς να το εξαντλούμε, κάθε φορά που μένουμε λίγο μέσα στην αβεβαιότητα χωρίς να αντιδρούμε αμέσως.
Τελικά, ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν θα σταματήσει ποτέ να παράγει σκέψεις — και αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι να μην αισθανόμαστε ότι πρέπει να ακολουθούμε κάθε σκέψη που εμφανίζεται, εγκλωβιζόμενοι έτσι σε έναν φαύλο κύκλο υπερανάλυσης και αδράνειας.
Για να σας παρέχουμε όσο το δυνατόν καλύτερες υπηρεσίες στο site μας, χρησιμοποιούμε cookies. Επιλέγοντας "Αποδέχομαι όλα τα Cookies" παρέχετε τη συγκατάθεσή σας για τη χρήση τους, σύμφωνα με την Πολιτική απορρήτου μας.